Σταυρόλεξο #21370 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #21370 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 84 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- (+ γενική) τις #Εκφράσεις (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- Αληθώς (4)
- Μουσικός φθόγγος και το αντίστοιχο γραπτό σύμβολό του (4)
- Πήγαινε! ξεκίνα! (3)
- Εσώρουχο από απορροφητικό υλικό για τα βρέφη ή για ενηλίκους που πάσχουν από ακράτεια (4)
- Είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό (5)
- Σημείο ή χώρος στο οποίο δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση (5)
- Ήδη (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Το ποντίκι (3)
- Πριν από (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Ευθεία (4)
- Κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Εκφράζει προτροπή ή παρακίνηση: πηγαίνετε (5)
- Σε + το () (3)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Που έχει τις ίδιες διαστάσεις ή το ίδιο μέγεθος (4)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο (3)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Το σιδερένιο άκρο του αρότρου (3)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του (5)
- Κλειστό και ψηλό παπούτσι που καλύπτει το πόδι αρκετά πάνω από τον αστράγαλο (5)
- Περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων (4)
- Συνήθως σε εκφράσεις: (3)
- Προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών, η κέρκος (4)
- Τα πάντα, το σύνολο, η ολότητα (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Κραυγάζω, φωνάζω δυνατά (3)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
Κάθετα
- Αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης (3)
- Το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (4)
- Με ασέβεια (5)
- (χρονικός) όταν (3)
- (αρνητικό) σε κύριες προτάσεις δηλώνει (3)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Δηλώνει (3)
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- Ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας (3)
- Το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες (5)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Περισσότερο (3)
- Διάστημα, περιθώριο χρόνου ή απόστασης. (5)
- Ακτή (5)
- Ο καρπός της απιδιάς, αλλιώς απίδι, αχλάδι (5)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω (5)
- (+ αιτιατική) τόπο (5)
- Ηχοβολιστικό (5)
- Διαφόρων επαγγελμάτων (λιθοξόου, σιδηρουργού, χειρουργού κλπ), που έχει μία πεπλατυσμένη κοφτερή άκρη (5)
- Δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος (3)
- Κακοποιός, ληστής (5)
- Ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
- Το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά (3)
- Επένδυση, ιδιαίτερα επένδυση βιβλίου με αδιαφανές αυτοκόλλητο (5)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Κάθε (3)
- Το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα (4)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Παχύρρευστο λευκόχρωμο υγρό που δημιουργείται σε σημεία του σώματος που φλεγμαίνουν (3)
- Όρα (3)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.