Σταυρόλεξο #21169 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #21169 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 84 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- Σύνολο ομοειδών χρηστικών αντικειμένων (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Ζωηρός ποντιακός χορός, με παραλλαγές μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον (3)
- Επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά (4)
- (+ αιτιατική) πιο πολύ, πιο πάνω (4)
- Δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος (3)
- Που κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του (4)
- (χωρίς πληθυντικό) σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι (5)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Μία από τις πέντε αισθήσεις (3)
- Δηλώνει (3)
- Σε μεγάλο βαθμό, όχι λίγο (4)
- Οδηγώ (3)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο (5)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοξεύω (6)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Στιγμιότυπο από κινηματογραφική ταινία ή κινούμενα σχέδια (4)
- Έγκριση, συμφωνία (4)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Η πράξη του ικετεύω, θερμή παράκληση (6)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Νιάτα (5)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές (3)
- Οποιοδήποτε άθλημα (4)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Το φαγητό (3)
- Το άθροισμα (5)
- (ναυτικό) κυκλικό τμήμα του τιμονιού και το χειρίζεται ο πιλότος (4)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Διάσημος καλλιτέχνης, αθλητής κ.λπ. (4)
- Τα πάντα, το σύνολο, η ολότητα (4)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- Σχολή του βουδισμού που επιδιώκει την πνευματική φώτιση κυρίως μέσω του διαλογισμού και της άμεσης βιωματικής εμπειρίας (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
Κάθετα
- Πήγαινε! ξεκίνα! (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Που δεν σχηματίζει κύκλο (7)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Μέσα (3)
- Του (3)
- Η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα (4)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Που χαρακτηρίζεται από χάρη και ζωηρότητα (7)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Χοντρό ραβδί, με πιο πλατύ το ένα άκρο, που χρησιμοποιείται συνήθως σε επιθετικές ενέργειες (6)
- Είδος γλυκού (3)
- Δηλώνει: (3)
- Που δεν είναι παντρεμένος (6)
- Το μικρό φως με την υλική έννοια και όχι της ακτινοβολίας, το λαμπάκι (6)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
- Όρα (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Βλ. συνώνυμο πραγματική παράμετρος (6)
- Εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ (6)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Που δεν νοσεί, που έχει ανοσία (6)
- Το λαούτο (7)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο (7)
- Σε + το () (3)
- Ο αέρας (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- (με αιτιατική) υποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς (4)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Που έχει ανοικτό κόκκινο χρώμα (3)
- Ζήτω, μπράβο (3)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.