Σταυρόλεξο #21048 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #21048 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Εκφράζει προτροπή ή παρακίνηση: πηγαίνετε (5)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Δηλώνει: (3)
- Αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο (6)
- Η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία (3)
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει (3)
- Ξοδεύω χρόνο, χρήμα, δυνάμεις (7)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Το κρεβάτι (5)
- Αυτός που δεν έχει μάτια (8)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Οδηγώ (3)
- Η άνοιξη (3)
- Συμπυκνωμένη αρωματική ουσία σε μορφή ελαίου ή σκόνης που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αρωμάτων αλλά και γλυκισμάτων (5)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας (5)
- Ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (4)
- Μικρό αυτοκίνητο αγώνων σε ειδική πίστα (4)
- Χωρίς να το θέλω, ακούσια, αθέλητα (5)
- Δηλώνει (3)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Ξερός, κυρίως για επιστημονικούς όρους ή καθιερωμένες εκφράσεις (5)
- Η παραμικρή κουβέντα, συντομότατος λόγος ή ήχος (3)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Με ανέτοιμο τρόπο, χωρίς να έχει ετοιμαστεί (8)
- Η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων (5)
- Φωτιά (3)
- Γυναίκα που περιφέρεται εδώ κι εκεί, που ξεπορτίζει συνέχεια· η σοκακιάρα (7)
- (χρονικός) όταν (3)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Χωρίς λαλιά, βουβός (6)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Είναι ανάγκη (3)
- Που δεν έχει να αναμιχθεί με κάτι άλλο (5)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
Κάθετα
- Ζωηρός ποντιακός χορός, με παραλλαγές μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε! (4)
- Η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της (5)
- Παχύρρευστο λευκόχρωμο υγρό που δημιουργείται σε σημεία του σώματος που φλεγμαίνουν (3)
- Μία από τις πέντε αισθήσεις (3)
- Σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου (7)
- Μυλόπετρα (4)
- Κρατώ μαζί μου ή πάνω μου (3)
- Του (3)
- Μέσα (3)
- ( στον πληθυντικό) η διακυβέρνηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ. (4)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Κεφαλή ιερού λειψάνου (4)
- Τρόπος βαψίματος των μαλλιών με ανταύγειες (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Περιοχή του υπογάστριου (6)
- Μπουφάν, βαρύ αντιανεμικό και αδιάβροχο πανωφόρι με κουκούλα και ζεστή γούνινη ή πουπουλένια επένδυση (6)
- Απλό βαμβακερό ύφασμα τυπωμένο με ζωηρόχρωμο σχέδιο (5)
- Αληθινός, που ισχύει (6)
- Παλιό πολεμικό ιστιοφόρο με κουπιά (6)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα (5)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Αυτός που δεν έχει αρκετή σάρκα, ο κοκαλιάρης, ο λιπόσαρκος (7)
- Το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, παραλία (4)
- Περισσότερο (3)
- Για αρνητική απάντηση (3)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία (4)
- Δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος (3)
- Ηλεκτρικό τετράχορδο μουσικό όργανο σε σχήμα κιθάρας (5)
- Η καλή πράξη (4)
- (ναυτικό) κυκλικό τμήμα του τιμονιού και το χειρίζεται ο πιλότος (4)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Ζήτω, μπράβο (3)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.