Σταυρόλεξο #20966 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #20966 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 90 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Πολύ σημαντικός στον επαγγελματικό τομέα του (4)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Ολότελα, εντελώς (4)
- Διαρκώς, συνεχώς, εν πάση περιπτώσει, αμετάβλητα (6)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά (4)
- Καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις (3)
- Ήδη (3)
- Σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Με αγνότητα (4)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Σε + το () (3)
- (τοπικό) στην επιφάνεια ενός πράγματος (4)
- Μεγάλο θαλάσσιο αρπακτικό, που συγγενεύει με τα δελφίνια, γνωστή και ως φάλαινα δολοφόνος (4)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Κιγχόνη (4)
- Ενεργώ, αναπτύσσω δράση, παίρνω μέτρα, σε αντιδιαστολή προς την παθητική στάση (3)
- Μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής τάσης (4)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Επιβλέπω την εφαρμογή (4)
- Η μεταβίβαση (4)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Σε αυτό το μέρος, στο σημείο που βρίσκομαι ή για το οποίο γίνεται λόγος (3)
- Ρυθμός μουσικής σύνθεσης· χτύπος, παλμός, ως βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου ενός μουσικού κομματιού (4)
- Δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος (3)
- Το να ζει κανείς, η ζωή, η επιβίωση (3)
- Παχύρρευστο λευκόχρωμο υγρό που δημιουργείται σε σημεία του σώματος που φλεγμαίνουν (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Η άνοιξη (3)
- Χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ. (3)
- Οργανισμός (4)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Το τελευταίο χρονικά ή αξιολογικά αίτιο (6)
- Δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια (4)
- Μέσα (3)
- Ποώδες εύχυμο φυτό με φαρμακευτικές και αρωματικές ιδιότητες (4)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Του (3)
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
Κάθετα
- Φτωχός (5)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Χειροπιαστά (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- Που δεν έχει τονιστεί (9)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Δηλώνει (3)
- Παρόλο, αν και (4)
- Πήγαινε! ξεκίνα! (3)
- Το ποντίκι (3)
- Το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα (4)
- Η κλωστή (3)
- Η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει (4)
- Ο εαυτός μου, το είναι μου, η συνείδησή μου (3)
- Απομακρύνω κάτι αρνητικό (4)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
- Η σταγόνα (5)
- Το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων (4)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Κάλυμμα του κεφαλιού, ιδίως μάλλινο ή από τσόχα (5)
- Τέμνομαι σε μικρότερα μέρη, διαλύομαι στα συστατικά μου, κάποιοι αναζητούν τα συστατικά μου, με εξετάζουν ενδελεχώς (9)
- Όρα (3)
- Η αμοιβή που ζητάει (και λαμβάνει) κάποιος καλλιτέχνης (4)
- Που δρα (4)
- Η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο. (3)
- Τεντωμένος, τσιτωμένος (4)
- Λέγεται για επιβεβαίωση πως κάτι έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, χωρίς αμφιβολία (3)
- Περισσότερο (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Θερμότητα από τη φωτιά (4)
- Αχρωμάτιστα (5)
- Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω (4)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Κάθε (3)
- Που κάνει κάτι με τη θέλησή του ή υφίσταται κάτι εκούσια (4)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο (3)
- Σύνολο ομοειδών χρηστικών αντικειμένων (3)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Ζήτω, μπράβο (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.