Σταυρόλεξο #20595 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #20595 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 84 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Δηλώνει (3)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
- Θρησκευτική ή πολιτική ομάδα που χαρακτηρίζεται από δογματικές αντιλήψεις (5)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- (εκφράζει ταυτόχρονο γεγονός) καθώς, όσο (3)
- Το άκρο στις εκφράσεις: (5)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Που είναι υπερβολικά γεμάτος, με υψηλή πληρότητα, χωρίς άλλο διαθέσιμο χώρο (5)
- Η γυναίκα με την οποία χορεύει κάποιος (5)
- Σύνολο έξι ημερών (5)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Πήγαινε! ξεκίνα! (3)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές (3)
- Κυλώ (3)
- Το πώμα (4)
- Είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό (5)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Που γίνεται στη λάθος στιγμή, που δεν ταιριάζει στις επικρατούσες συνθήκες (7)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Στην περιοχή τού μυός (5)
- Που κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του (4)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο. (3)
- Βόλτα (3)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Η λέξη από την οποία προέρχονται άλλες, η αρχική ρίζα άλλων λέξεων (5)
- Ο άνεμος (5)
- Η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις (5)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Ισπανικό νόμισμα, ¼ της πεσέτας (5)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Λαβίδα, μεταλλική ασφάλεια σε σχήμα "φουρκέτας" (5)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
Κάθετα
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Πήγαινε (4)
- (αρχαιοπρεπές) το δοιάκι, η λαγουδέρα, η λαβή του πηδαλίου (4)
- Η επωδός, το κομμάτι ενός τραγουδιού που επαναλαμβάνεται (6)
- Με ανιαρό τρόπο (6)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων (6)
- Οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από τη ζύμωση του χυμού των σταφυλιών (5)
- Το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (5)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Το τραγούδι (4)
- Φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση (5)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- Του (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Ήδη (3)
- Το φαγητό (3)
- Ζωηρός ποντιακός χορός, με παραλλαγές μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος (3)
- Μέσα (3)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Κοιλότητα (5)
- Οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει (4)
- Υδάτινο πέρασμα (6)
- Βοδινός (6)
- Ανθοφυτεμένο μέρος κήπου ή αυλής, παρτέρι (6)
- Η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια (5)
- Ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση (5)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- Με ορισμένο τρόπο, με διαμεσολάβηση προσώπου ή οργάνου (4)
- Χυμός (4)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία (3)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.