Σταυρόλεξο #20590 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #20590 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 80 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος (3)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Δηλώνει όλο το πλήθος, την ποσότητα, το μέγεθος κλπ του προσδιοριζόμενου ονόματος (4)
- Μικρό αυλάκι που έχει σχηματιστεί από τρεχούμενο νερό και περιέχει τρεχούμενο νερό (5)
- Πριν από (3)
- Ινδικό μπαχαρικό από σκόνη διάφορων φυτών (4)
- Ανόητος, χαζός (5)
- Οδηγώ (3)
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
- Οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό (7)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Που έχει ανοικτό κόκκινο χρώμα (3)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Όρα (3)
- Σε κάποιο σημείο (5)
- Τρύπα (3)
- Έπιπλο κρεβατοκάμαρας με συρτάρια για τη τακτοποίηση των ρούχων (4)
- Το ρύζι (5)
- Εξοχικό σπίτι στο βουνό που αντιγράφει ελβετικό πρότυπο (4)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον (5)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Το ένα πάνω στο άλλο (7)
- Το φαγητό (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Άλλη γραφή του μετρ (5)
- Όπως θα το έκανε ένας όσιος, πολύ καλά (4)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή (5)
- Ο κύριος (4)
- Μέσα (3)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
Κάθετα
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορνιζώνω (9)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Δίνω τέλος (3)
- Το απόβαρο (4)
- Το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής (5)
- (για ζώα) βρίσκομαι σε οργασμό (4)
- Κραυγάζω, φωνάζω δυνατά (3)
- Το απαλό γαλάζιο χρώμα του ουρανού (4)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Ο αέρας (3)
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- Ευθύς (5)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
- Μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση (4)
- Χωρίς κόπο (5)
- (με αιτιατική) υποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς (4)
- Το γαλάζιο χρώμα του ουρανού (5)
- Φωτιά (3)
- Τοπική διόγκωση ή υπερπλασία οργάνου (4)
- Πλούσιο γεύμα με μεγάλη ποικιλία φαγητών και γεύσεων (9)
- Χημικό στοιχείο, που ανήκει στα ευγενή αέρια, με ατομικό αριθμό 2 και χημικό σύμβολο το He (4)
- Η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος, ή ζώο ή ένας τόπος (5)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Κάθε (3)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- Ξεγελώ (5)
- Κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία (4)
- Το αλάτι (4)
- Με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο (3)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Απομακρύνω κάτι αρνητικό (4)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει (3)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.