Σταυρόλεξο #20492 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #20492 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 86 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Δηλώνει (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Μόνο, μονάχα (4)
- Σύνολο ομοειδών χρηστικών αντικειμένων (3)
- Γυάλινο δοχείο υγρών χωρίς πώμα, με σφαιρικό σώμα, στενό λαιμό και πλατύ στόμιο (6)
- Το πρωτόγαλα (4)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Η θήρα, το κυνήγι (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Ο τρόπος που διασταυρώνονται οι ίνες του υφάσματος μεταξύ τους (3)
- Κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία (4)
- Θαλασσινό μαλάκιο με τριγωνικό όστρακο (4)
- Σάκος (4)
- Κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται για υποστήριξη (5)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης (4)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Το πέλμα του παπουτσιού (4)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Για να προσθέσουμε κάτι επιπλέον (5)
- Ένα έγχορδο παραδοσιακό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό βραχίονα, ένα είδος λαούτου (4)
- Με αδρό τρόπο (4)
- Συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος (4)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Επιτραπέζιο στο οποίο ο παίκτης πρέπει να ταιριάζει κομματάκια για να δημιουργήσει μια πλήρη εικόνα (4)
- Η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα (4)
- Με αόρατο τρόπο, χωρίς να φαινόμαστε (6)
- Το ποντίκι (3)
- Δίνω ελεημοσύνη (4)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Μέσα (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
Κάθετα
- Η αναπνοή (5)
- Το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον (5)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Η κλωστή (3)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Ευθεία (4)
- Το ψοφίμι, πτώμα ζώου (4)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Η ζώνη της ισάλου των πλοίων που χρωματίζεται συνηθέστερα κόκκινη, μπλε, άσπρη ή μαύρη (4)
- Οτιδήποτε θεωρείται αγνό και ιερό, και αποτελεί ουσία της ύπαρξης (4)
- Πλακέτα διασύνδεσης χωρίς κολλήσεις, πλακέτα δοκιμών, πλακέτα γενικών συνδέσεων (6)
- (αρνητικό) σε κύριες προτάσεις δηλώνει (3)
- Συνήθως σε εκφράσεις: (3)
- Ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει (4)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Κιγχόνη (4)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Το επιτραπέζιο σκεύος με πλατύ στόμιο και λαβή, για το σερβίρισμα διαφόρων υγρών (6)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Πριν από (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- (+ γενική) τις #Εκφράσεις (3)
- Με χαζό τρόπο (4)
- Το τμήμα του στόματος που περιβάλλει το κάτω μέρος των δοντιών και το οστέινο τμήμα της γνάθου (4)
- Κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου (5)
- Το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα (5)
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- Που εμφανίζει κενά ή διαστήματα, αραιός (4)
- Αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου (4)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Τρόπος βαψίματος των μαλλιών με ανταύγειες (3)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Είναι ανάγκη (3)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.